RSS

Category Archives: Ζακυνθινά λαογραφικά

ΖΑΚΥΝΘΙΝΑ ΓΝΩΜΙΚΑ*

 

1.-‘Αλλος τρώει κι άλλος τρέφεται.

2.- Απεικάζεις Γιακουμή;

 – Απεικάζω, μόνε – μη.

3.-Άνεμος που δεν μποδίζει,

 άφησέ τον κι ας βουϊζει.

 4.-Γάμος δίχως αρεσκιά δε ντουράει.

5.- Κόκκινη αυγή,

 κοντινή βροχή.

 6.- Όπ’  αγροικάει του παλαβού,

ούφου – ντουλούφου πάει.

7.- Όπου φόβος για τη χύτρα,

ούλοι σγόμποι κι άλαλοι.

8.- Όσα φέρνει ο Μυριδάκης,

δεν τα φέρνει ο Μπεναρδάκης.

9.- Σε παπά και χωροφύλακα

να κάνεις τον καμόνο.

10.- Στον φιλόξενο τον τόπο,

κάθε ξένος μάλαμα.

11.- Τη λυγερή στον Κηλιγά

κι τσι Αλυκές μποστάνι.

12.- Τί ζευγάς, τί τσουρλαμπάτες.

13.- Τουρκοπούλα στο ληνό

κι αητονύχι στο τραπέζι .

14.- Χύθ’  η μαγειριά μας,

πά’ η κουμπαριά μας.

 

////////////////////////////////////////////////////////////

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. απεικάζω: εικάζω, νοώ. μόνε -μη: λιγάκι. 4. αρεσκιά: προικοσύμφωνο. 6. ούφου – ντουλούφου:κακή κακώς, κατά διαβολου. 7. σγόμποι: καμπούρηδες. 8. Μυριδάκης (Μιχαήλ), βουλευτής Ζακύνθου στις δεκατίες 1950 και 1960, φημισμένος για τα ρουσφέτια και τις εξυπηρετήσεις που πρόσφερε. Μπεναρδάκης: άρχοντας.9. καμόνος: αυτός που υποκρίνεται οπως δεν γνωρ’ιζει ή/και δεν  καταλαβαίνει.  11. Κηλιγάς (ο): τοπωνύμιο και λόγγος στο χωριό Καταστάρι, όπου παλαιότερα δε κατοικούσε κανείς. Αλυκές:  όπου τα ” τηγάνια” παραγωγής αλατιού. Λέγεται για κάτι εκ των πραγμάτων αδύνατον.12. τσουρλαμπάτες: παλαιότερα ρασοφόρος αναγνώστης. 13. Είδη   σταφυλιών στη Ζάκυνθο.  Το πρώτο κατάλληλο για κρασί και το δεύτερο επιτραπέζιο.

 *Επιλογή από την ανέκδοτη συλλογή

   του Σαράντη Αντίοχου.

 

Advertisements
 

Tags: , ,

ZAΚΥΝΘΙΝΑ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ: λαϊκά δίστιχα της Ένωσης*

 

K. Lombardos           OI RIZOSPASTES

 

 

 

* ένα δείγμα για το πώς η ανώνυμη ζακυνθινή λαϊκή μούσα

τραγούδησε την Ενωση της Επτανήσου με την Ελλάδα, με

την ευκαιρία της συμπλήρωσης τούτες τις μέρες   μιας 150ετίας

από το ιστορικό αυτό γεγονός.

 (Πηγή: συλλογή Σαράντη Αντίοχου).

 

 

Έφυγε ο κάθε σύντυχος κι ο κάθε πρεφεσόρος

και χαίρουνται τη λευτεριά το Κάστρο και ο Φόρος.

*

Στο Κάστρο κυματίζουνε Ελληνικές παντιέρες

 και λεύτερες στο πέλαγο γυρίζουνε οι μπρατσέρες.

*

Κ΄οι πάσσαρες ξανοίγουνται με  τα πανιά σαν γλάροι,

από Μωριά και Ρούμελη, μέχρι τον Κοτσιλάρη.

*

Το Μεσολόγγι από χαρά έπαψε να  ψαρεύει,

νταούλια παίζουνε παντού, το Αιτωλικό χορεύει.

*

Η Ένωση εφινίρισε και ο Άγγλος αναχωρίζει

και η παντιέρα η Ελληνική στο Κάστρο κυματίζει.

*

Περάστε στη μανούλα σας γαλανομάτες κόρες,

 να δώσετε παρηγοριά στις σκλαβωμένες χώρες.

*

Αγγλία μου τί σού ‘ μελλε, τρανή και δοξασμένη,

ν΄ αφήσεις τα Εφτά νησιά να φύγεις ντροπιασμένη.

*

Η λευτεριά περιπατεί στο Κάστρο και στη Χώρα

και άγκυρες σηκώσανε του Άγγλου τα παπόρα.

Και τα ψηλά καπέλα τους τα βάλανε φουγάρα

και στου Λουμπάρδου ακούγουνται ούρα, φωνές και σμπάρα.

*

Μαχαιράδο και Γαλάρο και του κάμπου τα χωριά,

πέστε ούλοι αδερφωμένοι: Ζήτω – ζήτω η Λευτεριά.

Και να στείστε πανηγύρια μες την κάθε εκκλησιά,

για ν’  αδειάσουνε οι Τούρκοι  και τα άλλα μας νησιά.

Στο Ζερβό, στο Μομφεράτο να φωνάχτε μ΄ ένα στόμα,

 στο Στεφάνου, στο Λουμπάρδο για να κάμουν’ ένα κόμμα.

Ν΄ αρματώσουνε παπόρα με κανόνια και με γκράδες,

του Ιγγλέζου και του Τούρκου να  βουλιάξουν τις αρμάδες.

*

Φίλοι, γνωστοί και άγνωστοι, αδέρφια κι αδερφάδες,

νοικοκυραίοι και φτωχοί, κόντιδες κι αφεντάδες,

τρεχάτε ούλοι με χαρές από χωριά σε Χώρα,

μ’  ανιάκαρες και με βιολιά, με δάφνες και με φιόρα,

μ’ ετιές και μ’ αγγριολούλουδα και φύλλα ‘πό πλατάνια,

να φτιάστε του Λουμπάρδου μας ματζέτα και στεφάνια.

Εμπάτε ούλοι στο χορό να πάρτε τη σειρά σας

και με τα πασουμάκια σας και με τα τάλαρά σας.

Και όσες έχετε μαντρά παρμένονε στη φτήνεια,

και σεις με τα καλά μπουά και τα ψηλά σκαρπίνια.

*

Ο Λουμπάρδος θα μιλήσει

σε Ανατολή και Δύση.

*

Ζώστε τ’  άρματά σας όλοι

για να πάρουμε την Πόλη.

*

Και ν’  αξιώσει την Ελλάδα

να βουλιάξει την αρμάδα.

*

Και εις άλλα με υγειά

και στην Κρήτη λευτεριά.

 

 

 

*

 

 

και

 

Tags: ,

ZΑΚΥΝΘΙΝA ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ: Παροιμίες*

Paroimiai dhmodeis 1Paroimiai dhmodeis 32

*από ανέκδοτο ανώνυμο χειρόγραφο του 19ου αιώνα, της συλλογής του Σαράντη Αντίοχου. Ο άγνωστος συλλογέας, πιθανότατα κληρικός, συχνά – πυκνά συμπληρώνει, παραφράζει και σχολιάζει, έμμετρα και πεζά, τις δημώδεις παροιμίες και παροιμιακές φράσεις, τις οποίες παραθέτει με αλφαβητική σειρά. Όταν χρησιμοποιεί ρίμα, αναγκάζεται καποτε να ανασυνθέτει την παραδοσιακή παροιμία. Άλλοτε πάλι παραθέτει και τα αντίστοιχα αρχαία ελληνικά αποφθέγματα. Το χειρόγραφο είναι αυτοσχέδιο τετράδιο 32 σελίδων, χωρίς γραμμές, διαστάσεων14,5 Χ 20,5 εκατοστά. Αξιοθαύμαστη είναι η καθαρή γραφή, με ελάχιστα ορθογραφικα λάθη. Αναρτούμε δύο σελίδες του χειρογράφου, την πρώτη και την τελευταία, τις οποίες και αντιγράφουμε. Παραθέτουμε, με έμφαση, την δημώδη παροιμία και σε παρένθεση το κείμενο της συμπλήρωσης ή/και του σχολιασμού της από τον συλλογέα  στιχογράφο. 

 

Παροιμίαι Δημώδεις

 

Αγαπώ παιδί για κύρη,

και σκυλί για νοικοκύρη.

*

Άγιος χωρίς θαύματα δοξολογία δεν έχει.

(Και κυνηγός χωρίς σκυλί άδικα παρατρέχει.)

*

Αδειανός καλόγερος μύγες εκοντάρευε.

(Άλλος φρονιμότερος έπλεκε κ’  εψάρευε.)

*

Άλλα τα λεγόμενα

κι άλλα τα βλεπόμενα.

*

Άλλα πάσχει ο γάϊδαρος κι άλλα τον ευρίσκουνε.

(Άρρωστοι γηράσκουνε, ύγιοι αποθνήσκουνε.)

*

Άλλη δεν εγέννησε, μόν’ η Μαρία τον Γιάννη.

(Είναι νυφούλα εφτά μηνών, φοβάται μη πεθάνη).

*

Αλλοιά στον καλομάθητο όσο να κακομάθει.

(Θα υποφέρει ο δυστυχής πίκρες και άλλα πάθη).

*

Άλλος τρώγει κι άλλος τρέφεται.

(Βυζάστρα τρώγει, τέκνον θεραπεύεται.)

*

Αλλού τα κακαρίσματα κι αλλού γεννούν οι κότες.

(Άλλη φιλεί τον αγαπώ κι εγώ μετρώ τες μπότες.)

*

Αλλού βροντά κι αλλού βρέχει

(Αλλού το ποτάμι τρέχει.)

*

Αλλουνού παππά βαγγέλια.

(Ποιός  βαστάει από τα γέλια.)

*

Αναγελούμε δεκοχτό και μας γελούνε χίλιοι.

(Γένουντ’  εχθροί μας των μωρών αντί να είναι φίλοι.)

*

Αν δεν μ’ αρέσ’ ο Δάνδολος πάω με τον Κορνάρο.

(Και εις τον γάμο μου αυτόν θα έχω για κουμπάρο.)

*

Αν δεν μαλώσουν δυό καιροί το συννεφο δεν βρέχει.

(Και αν δεν βρέχει ο ουρανός  ο ποταμός δεν τρέχει.)

*

Αν έτσι βρέχει, ποτέ μη πάψει.

(Εις τη δουλειά μας μ’ όλην την τάξη).

*

Αν είσαι μελισσας παιδί, κέντα με σαν εκείνη.

(Δίνε μου μέλι σου γλυκό, να έχωμεν ειρήνη.)

*

Αν έχεις τύχη, πήγαινε, και ριζικό περπάτει.

(Και αν σου πάει ανάποδα, σκεπάσου στο κρεβάτι.)

 

*

Ώμορφε δώς’ μου να φάγω,

άσχημη και πού να τά ‘βρω;

*

‘Ωμορφος στην κούνια

κι άσχημος στη ρούγα.

*

Ώς πότε νά ‘σαι ανύπαντρη και να βροντά η ποδιά σου,

να παντρευθείς, να γκαστρωθείς, να ιδώ τη λεβεντιά σου.

*

Είπα ‘γώ πολλά και σώνει·  

να λαλήσει κι άλλο αηδόνι.

 

   

 

Tags: ,

ΖΑΚΥΝΘΙΝΑ – Λαογραφικά

ΤΟΥ ΞΕΝΗΤΕΜΕΝΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ*

Ένας κοντός κοντούτσικος παίρνει όμορφη γυναίκα.

Τόνε ζηλεύουν οι άρχοντες κι όλα τα καμποχώρια.

Τόνε φτονάει κι ο βασιλιάς, βαρύ χρέος του βάνει.

– Ντύσου στολίσου λύγερη να πάω να σε πουλήσω.

– Μα ‘μείς  χωράφια έχουμε πούλησε να πλερώσεις.

– Επούλησα διαπούλησα από τα χρέη δε βγαίνω,

ντύσου στολίσου λύγερη να πάω να σε πουλήσω.

– Εμείς αμπέλια έχουμε, αμπέλια και σταφίδες.

– Επούλησα διαπούλησα από τα χρέη δε βγαίνω,

ντύσου στολίσου λύγερη να πάω να σε πουλήσω.

– Μα ‘μείς ανώγια έχουμε, ανώγια και κατώγια.

– Επούλησα διαπούλησα από τα χρέη δε βγαίνω,

ντύσου στολίσου λύγερη να πάω να σε πουλήσω.

Εντύθηκε ‘στολίστηκε και ‘γίνει σαν τη νύφη.

Βάνει τον ήλιο πρόσωπο και το φεγγάρι ακάλη

και του κοράκου τα φτερά γαϊτανοφρύδια βάνει.

Από το χέρι την κρατεί και στο παζάρι πάνε. 

– Πού πας κοντέ τη λύγερη, πού πας κοντέ την κόρη;

– Βαρύ χρέος μου ρίξανε και πάω να την πουλήσω.

-Πές μου κοντέ τη λύγερη πόσο την παζαριάζεις;

– Τό ‘να τση αχείλι χίλια εχεί  και τ’ άλλο δυο χιλιάδες

και τ’  αποδέλοιπο κορμί στιμαρισμούς δεν έχει.

– Φέρε κοντέ την τσάντα σου να βάλεις τα λεφτά σου.

 Ένα πουλάκι επέρναγε εκείθε και κελάιδει:

“παίρνει αδρεφός την αδρεφή  και γνωριμούς δεν έχου”.

Και το παιδί σαν τ’ άκουσε αμέσως εταράχτει.

– Πές μου να ζήσεις λύγερη πούθε γεννοκρατιέσαι;

– Η μάννα  μου απ’ τα Γιάννινα και ο κύρης μου απ’ την Πόλη

κι έχω αδρεφό στην ξενιτιά και δέν τονε γνωρίζω.

Τσι αγκάλες του την έριξε με δάκρυα τη φιλούσε.

– Πάρε κοντέ τη λύγερη, πάρε κοντέ την κόρη

και  ‘κείνα που σου έδωκα  στά ΄δωκα για προικιά της.

 

* Από τη συλλογή “Ζακυνθινά λαογραφικά’ του Σ. Α,

Υπαγόρευση: Τζόγια Κλάδη, ετών 72. Καμπί, μικρό χωριό της ορεινής Ζακύνθου.

(Δεκαετία του 1960).

 

Tags: ,

 
%d bloggers like this: